kontaktlencse
B1
Ουγγρικά
lens
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
lens
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Small lens worn on the eye
Θέματα
vision
|eye_care
|wearable
|health
|daily_life
Ορισμός
A thin, curved lens worn directly on the surface of the eye to correct vision or change eye color.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.