Ουγγρικά - Αγγλικά

korbácsol

B2 Ουγγρικά
lash, whip
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
korbácsol vkit/vmit; a szél/eső/hullámok korbácsolnak vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to whip or strike hard
Θέματα
violence |punishment |impact |weather |force |daily_life |nature |core_vocabulary
Ορισμός

To hit someone or something forcefully, often repeatedly, with a whip, rope, branch, or similar flexible object; also, for wind, rain, or waves to strike violently.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε