Ουγγρικά - Αγγλικά

korhatár

B1 Ουγγρικά
age
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
valaminek a korhatára; törvényes korhatár; betölti a korhatárt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
legal minimum years for an activity
Θέματα
law |age_limit |rights |permission |responsibility |core_vocabulary
Ορισμός

The number of years that a person must have lived before being legally allowed to do something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε