kötéllel megköt
A2
Ουγγρικά
rope
ΡΉΜΑ
A2
1
rope
B1
Μοτίβο χρήσης:
valamit/valakit kötéllel megköt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
tie or secure with rope
Θέματα
tying
|securing
|fastening
|tools
|daily_life
|work
|core_vocabulary
Ορισμός
To tie, fasten, or secure something by using a rope.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.