kővel dobál
B1
Ουγγρικά
stone
ΡΉΜΑ
B1
2
stone
B2
Μοτίβο χρήσης:
kővel/kövekkel dobál valakit/valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Throw stones at target
Θέματα
violence
|attack
|punishment
|throwing
|crime
|law
|core_vocabulary
Ορισμός
To throw stones at someone or something, usually to attack or punish.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.