Ουγγρικά - Αγγλικά

kővel dobál

B1 Ουγγρικά
stone
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
kővel/kövekkel dobál valakit/valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Throw stones at target
Θέματα
violence |attack |punishment |throwing |crime |law |core_vocabulary
Ορισμός

To throw stones at someone or something, usually to attack or punish.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε