Ουγγρικά - Αγγλικά

közbelép

B2 Ουγγρικά
intervene
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
közbelép valamiben / valaki érdekében
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Get involved to change a situation
Θέματα
conflict |protection |crisis |authority |public_order |core_vocabulary
Ορισμός

To become involved in a situation, especially a difficult or violent one, in order to influence what happens or to stop something bad.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε