Ουγγρικά - Αγγλικά

közbelépés

B2 Ουγγρικά
intervention
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
közbelépés valami érdekében
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Act of getting involved to alter outcome
Θέματα
action |involvement |influence |conflict_resolution |crisis_management |international_relations |politics |law |core_vocabulary
Ορισμός

The act of becoming involved in a situation in order to change what is happening or to influence the outcome.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε