Ουγγρικά - Αγγλικά

közösülés

B2 Ουγγρικά
intercourse, congress
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valakivel való közösülés; közösülést folytat valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Sexual activity between people
Θέματα
sexual_activity |intimacy |relationships |law |medicine |health |core_vocabulary
Ορισμός

The physical act of sexual activity between people, typically involving penetration.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
közösülés valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Sexual intercourse (formal/medical)
Θέματα
sexuality |law |medicine |formal_register |physical_act |health |body
Ορισμός

The act of sexual intercourse, especially as described in formal, medical, or legal contexts.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε