kút
A2
Ουγγρικά
well
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A2
1
well
B1
Μοτίβο χρήσης:
víz-/olaj-/gázkút; kutat ás/fúr
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A deep hole to get water
Θέματα
water
|resources
|infrastructure
|extraction
|daily_life
|nature
Ορισμός
A deep hole or shaft dug into the ground to obtain water, oil, gas, or other resources.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.