Ουγγρικά - Αγγλικά

lakik

A1 Ουγγρικά
live, dwell, reside, lodge
ΡΉΜΑ A1
1
Μοτίβο χρήσης:
valaki valahol lakik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to reside somewhere
Θέματα
residence |home |place |location |housing |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To have one's home in a particular place.

ΡΉΜΑ A1
1
Μοτίβο χρήσης:
lakik valahol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Live or stay in a place
Θέματα
residence |home |location |habitation |housing |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To live in or at a specific place for a period of time.

ΡΉΜΑ A1 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
lakik valahol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
live in a particular place
Θέματα
residence |home |place |long_term |official_address |daily_life
Ορισμός

To live in a particular place and have it as your official or long‑term home.

ΡΉΜΑ A1
2
Μοτίβο χρήσης:
ideiglenesen lakik valahol/valakinél
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Stay somewhere temporarily
Θέματα
accommodation |temporary_stay |travel |housing
Ορισμός

To stay at a place temporarily, especially paying for accommodation.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε