látnivaló
B1
Ουγγρικά
sight
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
2
sight
A2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
something that is seen
Θέματα
visual_experience
|scenery
|tourism
|impression
|travel
|core_vocabulary
Ορισμός
A thing that one sees, especially something notable, unusual, or impressive.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.