Ουγγρικά - Αγγλικά

látó

B2 Ουγγρικά
psychic
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
látóhoz megy; látóként dolgozik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person with supposed psychic powers
Θέματα
paranormal |people |fortune_telling |spirits |belief |religion |core_vocabulary
Ορισμός

A person who claims to have supernatural mental abilities, such as reading minds, seeing the future, or communicating with spirits.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε