Ουγγρικά - Αγγλικά

lebeszél

B1 Ουγγρικά
discourage
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
lebeszél valakit valamiről / arról, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make someone less willing
Θέματα
motivation |persuasion |deterrence |decision_making |risk |prevention |communication |emotions |core_vocabulary
Ορισμός

To make someone less willing or confident to do something, often by suggesting difficulties or possible failure.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε