Ουγγρικά - Αγγλικά

lecsillapít

B2 Ουγγρικά
steady, calm
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
lecsillapítja az idegeit/gondolatait
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make something stable or calm
Θέματα
stabilization |support |calming |self_control |core_vocabulary
Ορισμός

To make something stop shaking, moving, or changing and become stable or calmer.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
lecsillapít valakit/valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make someone less upset or afraid
Θέματα
emotion |soothing |agitation |fear |anger |emotions |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To make a person, animal, or group less angry, afraid, excited, or noisy.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε