ledér
C1
Ουγγρικά
scarlet
C1
LITERARY
2
scarlet
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Having a sinful reputation
Θέματα
morality
|sexuality
|reputation
|literary
|relationships
|law
Ορισμός
Describing someone or something regarded as guilty of moral wrongdoing, especially sexual misconduct.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.