Ουγγρικά - Αγγλικά

ledér

C1 Ουγγρικά
scarlet
C1 LITERARY
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Having a sinful reputation
Θέματα
morality |sexuality |reputation |literary |relationships |law
Ορισμός

Describing someone or something regarded as guilty of moral wrongdoing, especially sexual misconduct.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε