Ουγγρικά - Αγγλικά

leejt

A2 Ουγγρικά
drop, sag
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
leejt valamit valamire/valahová
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Let something fall
Θέματα
physical_action |falling |handling |accident |core_vocabulary |daily_life
Ορισμός

To allow something to fall vertically, either intentionally or accidentally, from one's hand or another position.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
leejti a fejét/vállát vmire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
let something hang down
Θέματα
body_posture |movement |fatigue |gesture |daily_life |clothing |body_language
Ορισμός

To cause something to hang down or droop, often by lowering it or by not supporting it.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε