Ουγγρικά - Αγγλικά

leépül

B2 Ουγγρικά
decay, decline
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
intézmény/képesség leépül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to slowly become worse or weaker
Θέματα
deterioration |decline |condition |quality |gradual_process |maintenance |institutions |core_vocabulary |daily_life
Ορισμός

To slowly become worse in condition, quality, or strength over time.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε