Ουγγρικά - Αγγλικά

lefejel

B2 Ουγγρικά
nut, butt
ΡΉΜΑ B2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
lefejel vkit/vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
hit with the head (headbutt)
Θέματα
attack |body |head |violence |sports |informal
Ορισμός

To hit someone or something hard with your head, especially in a deliberate attack.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
valakit/valamit lefejel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
hit with head or object end
Θέματα
impact |animals |body_movement |force |daily_life
Ορισμός

To push or strike someone or something with the head or with the thick end of an object.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε