Ουγγρικά - Αγγλικά

lefeszít

B2 Ουγγρικά
lever
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
lefeszít vmit vmiről vmivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
move something using a lever
Θέματα
tools |force |movement |lifting |opening |mechanics |technology |work
Ορισμός

To move, lift, or force something into a different position using a lever or by applying pressure in a way similar to using a lever.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε