Ουγγρικά - Αγγλικά

légió

B2 Ουγγρικά
legion
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
(római) légió
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
large military unit of soldiers
Θέματα
military |army_unit |roman_army |ancient_history |politics
Ορισμός

A large military unit, especially one of the main units of the ancient Roman army, typically made up of several thousand soldiers.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε