Ουγγρικά - Αγγλικά

lehengerlő

B2 Ουγγρικά
devastating
B2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
lehengerlő mosoly/megjelenés; lehengerlően szép
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
extremely attractive or impressive
Θέματα
beauty |attraction |appearance |charm |informal |relationships
Ορισμός

Extremely attractive or impressive in appearance, especially in a way that strongly affects other people.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε