Ουγγρικά - Αγγλικά

lejt

A2 Ουγγρικά
slope, stoop
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
vmi vhova/felé lejt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to slant up or down
Θέματα
inclines |orientation |surfaces |terrain |space |core_vocabulary
Ορισμός

To lean, slant, or incline from a higher level at one side or end to a lower level at the other.

ΡΉΜΑ B1 LITERARY
1
Μοτίβο χρήσης:
vmi felé/lefelé lejt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
slope or extend downward
Θέματα
landscape |slope |downward_direction |architecture |literary_description |nature |space
Ορισμός

To extend or slope downward toward something, especially of land, cliffs, or tall structures described in a literary style.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε