lélegzet
A2
Ουγγρικά
breath
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A2
1
breath
A2
Μοτίβο χρήσης:
lélegzetet vesz; mély lélegzet
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Air in or out of lungs
Θέματα
breathing
|air
|body
|health
Ορισμός
The air that is taken into or expelled from the lungs during breathing.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.