lelki szenvedés
B1
Ουγγρικά
distress
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
distress
B1
Μοτίβο χρήσης:
lelki szenvedést okoz; lelki szenvedést él át
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Extreme worry or suffering
Θέματα
emotion
|mental_health
|suffering
|anxiety
|sadness
|emotions
|health
|core_vocabulary
Ορισμός
A state of great mental pain, anxiety, or unhappiness.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.