Ουγγρικά - Αγγλικά

lelkipásztor

B2 Ουγγρικά
pastor
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Christian minister leading a church
Θέματα
religion |christianity |church |clergy |leadership |pastoral_care |relationships |communication
Ορισμός

A Christian minister, especially in Protestant traditions, who has primary responsibility for leading a local church congregation through preaching, worship, and pastoral care.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε