lemerít
B1
Ουγγρικά
deplete
ΡΉΜΑ
B1
FORMAL
2
deplete
B2
Μοτίβο χρήσης:
lemerít valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
use up or greatly reduce
Θέματα
resources
|reduction
|scarcity
|environment
|energy
|core_vocabulary
Ορισμός
To use or reduce the supply, amount, or strength of something so that very little remains.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.