Ουγγρικά - Αγγλικά

lenémít

B1 Ουγγρικά
mute, silence
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
lenémít valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
turn off or lower sound
Θέματα
audio_control |electronics |devices |microphone |volume |technology |communication
Ορισμός

To turn off or greatly reduce the sound produced by something, especially an electronic device or someone’s microphone.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
lenémít vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Cause to stop making noise
Θέματα
sound |noise_control |causation |devices |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To cause someone or something to stop making sound.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε