Ουγγρικά - Αγγλικά

lengyel

A1 Ουγγρικά
polish, pole
A1
1
Μοτίβο χρήσης:
lengyel + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
From or relating to Poland
Θέματα
poland |nationality |language |culture |origin |core_vocabulary |travel
Ορισμός

Relating to Poland, its people, language, or culture.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1
1
Μοτίβο χρήσης:
egy lengyel; lengyelek
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person from Poland
Θέματα
nationality |person |poland |relationships |travel
Ορισμός

A person from Poland, or a person whose nationality is Polish. The word is normally written with a capital letter: Pole.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε