Ουγγρικά - Αγγλικά

lényegi

B2 Ουγγρικά
essential, focal, nuclear
B2
1
Μοτίβο χρήσης:
lényegi része/jellemzője/tulajdonsága (valaminek)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Belonging to the basic nature of something
Θέματα
intrinsic |fundamentals |qualities |characteristics |core_vocabulary
Ορισμός

Relating to or constituting the intrinsic, fundamental nature of something.

B2
2
Μοτίβο χρήσης:
lényegi + főnév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Central or most important part
Θέματα
importance |core |structure |function |abstract |core_vocabulary
Ορισμός

Relating to the most central, essential, or important part of something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε