Ουγγρικά - Αγγλικά

lepergető

B2 Ουγγρικά
repellant
B2 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
vizet/szennyeződést lepergető
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
tending to push away
Θέματα
physics |force |materials |surface |technical |separation |science
Ορισμός

Having the effect of pushing something away or preventing it from coming near or sticking, especially in physical or technical contexts.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε