Ουγγρικά - Αγγλικά

leváltás

B2 Ουγγρικά
removal
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
valakinek a leváltása valamilyen posztról/tisztségből
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
dismissal from job or position
Θέματα
dismissal |employment |office |authority |workplace |work |business
Ορισμός

An official act of forcing someone to leave their job, position, or role.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε