Ουγγρικά - Αγγλικά

levegőt vesz

A2 Ουγγρικά
inhale
ΡΉΜΑ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
levegőt vesz; mély levegőt vesz
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
breathe in through the nose
Θέματα
breathing |body |health |exercise |daily_life
Ορισμός

To draw air into the lungs through the nose or mouth.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε