Ουγγρικά - Αγγλικά

levegővétel

B1 Ουγγρικά
intake, inhale
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
hirtelen/éles levegővétel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sudden act of breathing in
Θέματα
breathing |reaction |surprise |pain |body_action |body |health |core_vocabulary
Ορισμός

A single, often sudden or noticeable, act of breathing in, especially because of surprise, shock, or pain.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
egy levegővétel; mély levegővétel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
one breath taken in
Θέματα
breathing |body |exercise |yoga |event |health |fitness
Ορισμός

An act of breathing in; a single intake of breath.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε