Ουγγρικά - Αγγλικά

levetkőztet

B1 Ουγγρικά
strip, undress
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
levetkőztet valakit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Remove clothing from oneself or another
Θέματα
clothing |undressing |body |removal |daily_life
Ορισμός

To take off all or most clothing from oneself or another person.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
levetkőztet valakit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
take off clothes
Θέματα
clothing |personal_care |daily_routine |body |daily_life |relationships
Ορισμός

To take off your clothes, or to take off someone else’s clothes.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε