Ουγγρικά - Αγγλικά

licit

B2 Ουγγρικά
bid
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
licit vmire; a legmagasabb licit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
an offered price for something
Θέματα
money |auction |offer |buying |tender |business |finance
Ορισμός

An offer of a specific amount of money to buy something, especially at an auction or in a competitive process.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε