Ουγγρικά - Αγγλικά

licitáló

B2 Ουγγρικά
bidder
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
(árverésen) licitáló; licitáló vmire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person offering money at an auction
Θέματα
auction |buying |bidding |money |competition |business |finance
Ορισμός

A person who offers a particular amount of money in an attempt to buy something at an auction.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε