Ουγγρικά - Αγγλικά

limit

B1 Ουγγρικά
ceiling
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
limit valamire; költési limit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Maximum limit or upper bound
Θέματα
limits |quantity |finance |rules |maximum |core_vocabulary |business
Ορισμός

A fixed upper limit on an amount, value, or level that cannot be exceeded.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε