Ουγγρικά - Αγγλικά

lövés

A2 Ουγγρικά
shot, gunshot
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
lövést ad le; lövést hall
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of firing a weapon
Θέματα
weapons |shooting |gunfire |core_vocabulary
Ορισμός

The act of discharging a firearm, bow, or other weapon.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
lövést hall
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sound of a gun firing
Θέματα
weapon |sound |hearing |violence |crime |emergencies
Ορισμός

the loud sound made when a gun is fired

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
egy/két/három lövés
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a single shot fired
Θέματα
weapon |shooting |countable_event |violence |crime |military
Ορισμός

an instance of a gun being fired, especially counted as one shot

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε