Ουγγρικά - Αγγλικά

magassarkú

B1 Ουγγρικά
heel
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
magassarkút visel; magassarkúban jár
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
high-heeled shoe or shoes
Θέματα
footwear |shoes |clothing |fashion |daily_life
Ορισμός

A high-heeled shoe or, more often in the plural, a pair of shoes with a tall heel, typically worn by women.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε