meccset lead
B2
Ουγγρικά
throw
ΡΉΜΑ
B2
1
throw
C1
Μοτίβο χρήσης:
meccset/mérkőzést lead
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Lose on purpose in sports or games
Θέματα
sports
|competition
|cheating
|intentional_loss
|match_fixing
|law
|core_vocabulary
Ορισμός
To intentionally lose a game, match, or contest, often for dishonest reasons.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.