Ουγγρικά - Αγγλικά

megafon

B1 Ουγγρικά
meg
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 INFORMAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
short form of megaphone
Θέματα
communication_device |public_speaking |crowd_control |voice_amplification |equipment |communication |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

An informal abbreviation for a megaphone, a handheld device used to make a person’s voice louder in public spaces.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε