megbetegszik
A2
Ουγγρικά
develop
ΡΉΜΑ
A2
2
develop
B2
Μοτίβο χρήσης:
megbetegszik; megbetegszik vmiben
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Begin to have an illness or condition
Θέματα
health
|illness
|symptoms
|medical_condition
Ορισμός
To begin to suffer from a disease, symptom, or medical condition.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.