megcéloz
B1
Ουγγρικά
aim
ΡΉΜΑ
B1
2
aim
A2
Μοτίβο χρήσης:
megcéloz valamit/valakit (valamivel)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Point a weapon or device
Θέματα
targeting
|direction
|weapons
|devices
|photography
|core_vocabulary
Ορισμός
To direct a weapon, camera, or other device toward a target.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.