Ουγγρικά - Αγγλικά

megél

B1 Ουγγρικά
exist, subsist
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
megél valamiből
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to stay alive
Θέματα
survival |poverty |resources |hardship |health |core_vocabulary
Ορισμός

To continue living, especially in difficult conditions.

ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
megél vmiből/valamin
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
manage to survive on little
Θέματα
survival |poverty |limited_resources |money |food |daily_life |hardship
Ορισμός

To manage to stay alive or continue living when you have only a small amount of food or money.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε