Ουγγρικά - Αγγλικά

megér

B1 Ουγγρικά
worthwhile
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
megéri + infinitív; megéri a pénzt/időt/fáradságot
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
giving enough benefit for effort
Θέματα
practical_value |benefit |effort |time |money |cost_benefit |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

Giving sufficient benefit, satisfaction, or advantage to justify the time, effort, or cost involved.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε