Ουγγρικά - Αγγλικά

megfeszített

B2 Ουγγρικά
strenuous
B2
1
Μοτίβο χρήσης:
megfeszített erővel/munkával; megfeszített erőfeszítés/küzdelem
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
showing strong, determined effort
Θέματα
effort |determination |opposition |intensity |core_vocabulary
Ορισμός

Showing or characterized by great energy, determination, and active effort, especially in trying to achieve or oppose something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε