Ουγγρικά - Αγγλικά

megfeszül

B1 Ουγγρικά
tighten, tense
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
vmi megfeszül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Become tighter or firmer
Θέματα
tension |body |emotion |movement |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To become more tight, firm, or secure without external force being applied directly at that moment.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
megfeszül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make tight or rigid
Θέματα
physical_action |tightening |body |muscles |tension |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To make something tight or taut, or to become tight or taut.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε