meggyulladás
B2
Ουγγρικά
inflammation
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
LITERARY
1
inflammation
C2
Μοτίβο χρήσης:
vminek a meggyulladása
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of igniting something
Θέματα
fire
|ignition
|combustion
|safety
|chemistry
|daily_life
Ορισμός
The act of causing something to catch fire; ignition.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.