Ουγγρικά - Αγγλικά

meghall

A2 Ουγγρικά
hearing, hear
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
meghall vmit; meghallja, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of hearing something
Θέματα
perception |sound |communication |information |senses |daily_life
Ορισμός

the act or experience of perceiving a sound or receiving spoken information

ΡΉΜΑ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
meghall vmit/vkit; meghallja, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Perceive sound with the ears
Θέματα
hearing |sound |perception |body |core_vocabulary
Ορισμός

To become aware of a sound through the sense of hearing.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε