Ουγγρικά - Αγγλικά

meghatározó befolyást gyakorol

C1 Ουγγρικά
dominate
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
meghatározó befolyást gyakorol vkire/vmire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Have strong control over
Θέματα
power |influence |control |market |communication |relationships |business |core_vocabulary
Ορισμός

To have significant power or influence over someone or something, often determining their actions or outcomes.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε